Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Βιώσιμη συμφωνία, το λέμε και το εννοούμε

Του Γιάννη Μπαλάφα*
 
Μια βιώσιμη συμφωνία χρειάζεται γιατί συμφέρει και τις δύο πλευρές και γιατί ο χρόνος πιέζει. Στην κορύφωση της διαπραγμάτευσης κάθε πλευρά  επιδιώκει την καλύτερη, για τα συμφέροντά της, συμφωνία. Στο τέλος του μήνα λήγει η παράταση του ισχύοντος προγράμματος και μέχρι τότε πρέπει να έχει συμφωνηθεί η συνέχεια. Στην κορύφωση μιας διαπραγμάτευσης γίνεται πάντα ένας αμοιβαίος καταλογισμός ευθυνών. Επειδή όμως τα χαρτιά έχουν ήδη δημοσιευτεί, η πρόταση εκ μέρους των δανειστών –παρότι οι ίδιοι ισχυρίζονται το αντίθετο- οδηγεί σε δραστικές μειώσεις συντάξεων και χοντρό τσεκούρι. Αυτό δεν νομίζω ότι υπάρχει ελληνική κυβέρνηση που θα μπορούσε να το δεχτεί και δεν έχω ακούσει Έλληνα πολιτικό που να το προτείνει αυτό, ούτε τους πιο «φιλομνημονιακούς». Κρίσιμο είναι να συμφωνήσουμε όχι μόνο για το πώς τελειώνει το πρόγραμμα αλλά και για το πώς ξημερώνει η επόμενη μέρα.Κεντρικό ρόλο στη συμφωνία έχει η επίλυση του βραχυπρόθεσμου χρηματοδοτικού ζητήματος για τους επόμενους μήνες.Η ελληνική πλευρά δεν έχει καμία διάθεση να φοβίσει ή να εκβιάσει. Η Ελλάδα παίρνει δάνεια. Δεν της χαρίζει κανένας χρήματα. Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη έκθεση του Γερμανικού Κοινοβουλίου η Γερμανία έχει κερδίσει 360 εκ. Ευρώ από τα δάνεια που έχει παραχωρήσει στην Ελλάδα στο πλαίσιο του προγράμματος.
 

Οι προτάσεις της κυβέρνησης κατά τη διαπραγμάτευση διασφαλίζουν πλήρως τους δημοσιονομικούς στόχους που οι θεσμοί έθεσαν για το 2015 και το 2016. Οι προτάσεις μας καλύπτουν πλήρως τις απαιτήσεις ως προς το μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής που μας ζητείται, αλλά η Ελλάδα είναι ένα κυρίαρχο κράτος και έχει μια κυβέρνηση που έχει πρόσφατη εντολή λαϊκή και η κυβέρνηση αυτή είναι υπεύθυνη για το πώς θα κατανείμει τους φόρους, από πού θα βρει αυτά τα χρήματα. Η επιμονή γι’ αυτά τα χρήματα να προέλθουν, σώνει και καλά, από νέες περικοπές στις συντάξεις, αποτελεί για εμάς μια ακατανόητη επιμονή και οφείλουμε πια όχι σε συνεννόηση με τους τεχνοκράτες που επιμένουν, αλλά με τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης να πάρουμε πολιτικές αποφάσεις.

Η κυβέρνηση έχει ήδη πετύχει κάποια πράγματα, όπως χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Με όρους τετραετίας, η εξοικονόμηση μέτρων είναι περίπου 10-15 δισεκατομμύρια ευρώ για τα επόμενα χρόνια. Έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση για απομείωση του χρέους, με ρητή δέσμευση κι όχι με γενικότητες. Στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης βρίσκεται επίσης και το αίτημα της ελληνικής πλευράς για ισχυρό επενδυτικό πρόγραμμα. Στόχος μας είναι η λύση, η έξοδος από την κρίση μετά από επτά χρόνια ύφεσης. Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνάμε και να υποτιμούμε το πολύτιμο νομοθετικό έργο που έχει γίνει εδώ και τεσσεράμισι μήνες στο εσωτερικό χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία.

Την ώρα που κορυφώνεται μια διαπραγμάτευση, χρειάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία, υπευθυνότητα και σοβαρότητα από όσους διατυπώνουν δημόσιο λόγο. Η κυβέρνηση έχει ήδη κάνει σημαντικές υποχωρήσεις για να υπάρξει αυτή η συμφωνία και αυτός ο ρεαλισμός της πρέπει να αντιστοιχηθεί με ανάλογο ρεαλισμό από τους δανειστές, ώστε να υπάρξει συμφωνία. Όσο ισχυρότερο είναι το εσωτερικό μέτωπο, το κοινωνικό και πολιτικό, τόσο πιο ισχυρή είναι και η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης που εκπροσωπεί τη χώρα. Αυτά είναι βασικές αρχές στην πολιτική. Μια αποτυχία της διαπραγμάτευσης εκτιμώ ότι θα σημάνει την αρχή του τέλους για την Ευρωζώνη.Η πρόταση (των θεσμών) την προηγούμενη βδομάδα ήταν ατυχής, δεν είχε καμία σχέση με το κοινό έδαφος που είχε βρεθεί στις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του Brussels Group. Αυτές είναι προτάσεις που δεν μπορούμε να τις αποδεχτούμε, όχι μόνο γιατί είναι έξω από τη λαϊκή μας εντολή, αλλά γιατί αν τις αποδεχόμασταν θα καταφέρναμε ένα βαρύτατο πλήγμα στην Ευρώπη της δημοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης στην οποία κάποιοι συνεχίζουμε να πιστεύουμε με πάθος.

Το βασικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης τα βάρη έπεσαν στους φτωχούς και τη μεσαία τάξη. Αυτό που θα περιμέναμε από την πλευρά των θεσμών και των εταίρων μας θα ήταν να εκμεταλλευτούν ότι στην Ελλάδα υπάρχει επιτέλους μια κυβέρνηση έτοιμη να συγκρουστεί με την οικονομική ολιγαρχία και να μας βοηθήσουν πραγματικά να καταπολεμήσουμε τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, το λαθρεμπόριο, την μαύρη εργασία. Αυτές είναι οι πραγματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και η κυβέρνηση αυτή είναι η μοναδική που μπορεί να υλοποιήσει ένα μεγάλο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Αυτό το πρόγραμμα εξάλλου είναι κρίσιμο για να επανανομιμοποιηθεί η Ευρώπη στα μάτια των Ευρωπαίων πολιτών ιδιαίτερα των Ελλήνων. Είναι η μεγάλη πρόκληση της Ευρώπης και της Ελλάδας.

Η νέα ελληνική κυβέρνηση έχει εκλεγεί προσφάτως και έχει λάβει συγκεκριμένη εντολή από τον ελληνικό λαό να διαπραγματευτεί με τους εταίρους, προκειμένου να φέρει μια βιώσιμη συμφωνία, οικονομικά βιώσιμη και να διαμορφώσει και όρους κοινωνικής βιωσιμότητας, σε μια χώρα που τα τελευταία πέντε χρόνια έχει χάσει το 25% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της από ένα «πρόγραμμα διάσωσης», που δεν κατάφερε να φέρει θετικά αποτελέσματα. Δεν είναι στο μυαλό μας η επιλογή του να καλέσουμε εκ νέου τον ελληνικό λαό να αποφανθεί, διότι ο ελληνικός λαός έχει δώσει την απόφασή του με σαφήνεια στις 25 του Γενάρη. Μπροστά μας έχουμε μονάχα μια επιλογή: Να υπάρξει μια λύση η οποία θα είναι οικονομικά βιώσιμη και άρα θα μπορεί να γίνει αποδεκτή από την ελληνική κυβέρνηση και κατ’ επέκταση από το εθνικό Κοινοβούλιο.

*Ο Γιάννης Μπαλάφας είναι β´ αντιπρόεδρος της Βουλής και βουλευτής Β´ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ

http://wp.me/p3poUN-bzj